Rothko: Οι σκοτεινοί πίνακες
2019-11-07

- Πρόκειται για έναν από τους πιο διάσημους μεταπολεμικούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Παρόλο που ο ίδιος αρνούνταν την ταύτιση με οποιοδήποτε καλλιτεχνικό κίνημα, θεωρείται γενικά ως αφηρημένος εξπρεσιονιστής. Η τεχνική που χρησιμοποιούσε στα έργα του, προερχόταν εν μέρει από την εξάσκησή του με τα υδατοχρώματα και ονομαζόταν εσώτερο φως. Μέσα από μια ασυνήθιστη ποικιλία αποχρώσεων, οι οποίες άλλοτε ήταν αντιφατικές και άλλοτε ταιριαστές, κατάφερνε να πετύχει τη φωτεινότητα, τη διαφάνεια, τον κορεσμό, τις υφές, τις προεξοχές και πάνω από όλα τους δυσδιάκριτους τόνους που προσέδιδαν βάθος μέσω των επιστρώσεων διαφόρων χρωμάτων, στο βαθμό που ο ίδιος επιθυμούσε. Ο Ρόθκο δεν έφτιαξε ποτέ χρωματικούς κύκλους, δούλευε απλά με το χρώμα. Τα χρώματά του ήταν πέρα από το συνηθισμένο, όπως και οι αντιθέσεις του.
- Το χαρακτηριστικό της τραγικότητας εντοπίζεται στα έργα του Ρόθκο από τις αρχές του1940. Στα μέσα του 20ού αι. εμφανίζονται περισσότεροι σκοτεινοί πίνακες με κορύφωση τα έργα του ''Seagram''. Κυριαρχικό ρόλο αποτελούν πλέον στη δουλειά του καλλιτέχνη προς τα τέλη του 1960 με αφορμή την παραγγελία του παρεκκλησίου του Ρόθκο (Rothko's Chapel). Εν αντιθέσει με τους φωτεινούς πίνακες, οι οποίοι διαχέουν μια διαύγεια, οι σκοτεινοί πίνακες χαρακτηρίζονται από συστολή, συλλογισμό και σοβαρότητα. Τα χρώματα που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο είναι σκούρα καφέ, καστανά και κόκκινα του αίματος. Έτσι, προκύπτει η αίσθηση του αργού ρυθμού, της παύσης της προσωρινής ησυχίας και ταέργα προσεγγίζονται με το σεβασμό της τελετουργίας.
- Υπάρχει ένα σημείο στη ζωή του καλλιτέχνη, όπου η διανοητική του ιστορία ξεκινά να εισχωρεί στην οπτική της δουλειάς του. Από μικρός εκτιμούσε την υψηλή κουλτούρα και για αυτό είχε διαβάσει έργα γνωστών συγγραφέων καλλιτεχνών και φιλοσόφων, μεταξύ αυτών και τη Γέννηση της Τραγωδίας του Νίτσε. Επηρεάστηκε βαθύτατα από τον τρόπο σκέψης του Νίτσε, ο οποίος ήταν τολμηρός, αντιφατικός, παράδοξος στις διαθέσεις και αυθεντικός. Επιθυμούσε να εξυψώσει τη ζωγραφική στο επίπεδο της δριμύτητας της μουσικής και της ποίησης. Η άποψη του Ρόθκο για τον κόσμο, μέσα από ποικίλες δηλώσεις του, διαμορφώθηκε σε σημαντικό βαθμό από τις σκληρές απόψεις του Νίτσε, σύμφωνα με τις οποίες «ο φριχτός παραλογισμός της ύπαρξης», «ο τρόμος της ατομικής ύπαρξης» και «η θλιβερή σοφία του πόνου» πάντα συνοδεύουν το καλλιτεχνικό ταλέντο. Η αφηρημένη φύση του χρώματος συνάδει με την αφηρημένη φύση της γεωμετρίας και οι δυο μαζί αποτελούν τη βάση του λεξιλογίου που χρησιμοποιούσε ο καλλιτέχνης. Επομένως, ο Ρόθκο, για τον οποίο ημουσική ήταν η υπέρτατη τέχνη, θεωρούσε ότι το χρώμα ήταν ικανό να εκφράσει μια συγκρίσιμη αφθονία διαθέσεων στη ζωγραφική.
- Το χρώμα δεν ήταν ποτέ απλώς χρώμα, αλλά μια εν δυνάμει διάθεση, μια εκφραστική ενέργεια που περίμενε να εξελιχθεί σε καινούργιες περιστάσεις. Δεν αποτελεί λοιπόν, έκπληξη ότι ο Ρόθκο δεν ήταν ενθουσιασμένος με την ζωγραφική σε χρωματικά πεδία, κάτι που τον οδήγησε στη δήλωση ότι ο ίδιος δεν ήταν κολορίστας. Τα πιο σκοτεινά έργα του Rothko επαναλαμβάνουν μια ποικιλία από καστανά, τα οποία έγιναν αντιπροσωπευτικά με μια δραματική ή τραγική φιλοσοφία. Τα χρώματα βέβαια που κυριαρχούν στα μετέπειτα έργα του είναι το κόκκινο, το καστανό, το καφέ και το μαύρο με γκρι. Ο Ρόθκο άρχισε να αφοσιώνεται στα σκούρα χρώματα το 1957. Το 1958-59 λοιπόν, μέσα από τους πίνακες του Seagram -με την καθιερωμένη σταθερή μειωμένη φόρμα- εξερευνάται μια νέα και πιο σκοτεινή διάθεση. Μέσα από αυτά τα έργα υπάρχουν υπαινιγμοί για μια εσωτερική στροφή, μια μυστικοπάθεια και μια ιδιωτικότητα. Οι πίνακες του Seagram είναι αναγκαίοι για τον εντοπισμό όχι μόνο της επίσημης περιπέτειας του Ρόθκο, αλλά και της πνευματικής του αναζήτησης. Η μελέτη του αναπόφευκτου τέλους της ζωής ήταν ένα κίνητρο για αυτόν τον καλλιτέχνη.
- Η ζοφερή διάθεση των έργων στο Tate -όπου βρίσκονται- προσφέρει την πρώτη εκτεταμένη ευκαιρία να αναλογιστεί κανείς τις ενοχοποιήσεις αυτής της σκιάς του θανάτου που δεν εγκατέλειψε ποτέ τον καλλιτέχνη. Οι μαύροι πίνακες είναι από τα πιο συγκινητικά και μυστηριώδη έργα της μεταπολεμικής τέχνης. Η πρακτική που κυριαρχούσε στην τέχνη του για πάνω από είκοσι χρόνια, εγκαταλείφθηκε κατά τη διάρκεια μιας σειράς ελλείψεων: όχι στρώσεις χρώματος, όχι σαγηνευτικό χρώμα, όχι ζωγραφική γύρω από τις άκρες, όχι αντικειμενοκρατία, όχι παράκληση περιβαλλοντικής βοήθειας, όχι ρητορική. Αυτό που απομένει στο τέλος είναι δύο ορθογώνια, σκούρο πάνω σε γκρι, με περιστασιακές λάμψεις χρώματος σαν ίχνη μνήμης. Γύρω από τις γωνίες υπάρχει ένα λεπτό άσπρο περιθώριο, απομονώνοντας και ισοπεδώνοντας τη ζωγραφισμένη επιφάνεια. Κάτι από αυτό που ονόμαζε ο Ρόθκο «ταραχή»-ζωγραφική επιφάνεια- είναι ευδιάκριτο ιδιαίτερα στο χαμηλότερο, ανοιχτόχρωμο ορθογώνιο. Αυτοί οι μαύροι πίνακες κακολογούν τις ευγένειες των προηγούμενων έργων του Ρόθκο και μπορούν να θεωρηθούν ως μια προσεκτικά διαπραγματευτική δέσμευση της εμμονής του με το θάνατο -όχι ως μια τραγική ιδέα και όχι ως ένδειξη κατάθλιψης, όπως μερικοί τους θεώρησαν με ευχαρίστηση, αλλά ως ένα αναπόφευκτο γεγονός. Ο Ρόθκο βρισκόταν σίγουρα στη γειτονιά του σκότους και του χάους που είχαν ξεκάθαρη διαλεκτική ιστορία, ένα σκοτάδι κι ένα χάος του οποίου έγινε, στους τελευταίους μαύρους πίνακες, ο τιμημένος δημιουργός του. Ο καλλιτέχνης περιγράφει την περιοχή του παραλόγου ως «μια κατάσταση ή συνθήκη κατά την οποία οι άνθρωποι υπάρχουν σε ένα παράλογο ή χωρίς νόημα σύμπαν και στο οποίο η ανθρώπινη ζωή δεν έχει τελικό σκοπό». Μια τέτοια άποψη εκφραζόταν μερικές φορές από τον Ρόθκο στο σχεδόν χιουμοριστικό σχόλιό του ότι ο Θεός, ο οποίος έφτιαξε τον κόσμο πολύ απλά έφυγε ξεχνώντας πως τον είχε ποτέ φτιάξει.
